Δήμητρα Γεωργακοπούλου - Μπάστα

Ομιλία στη Διακίδειο Σχολή Λαού με θέμα: "Η αναγκαιότητα του μουσειακού χώρου στη Θρησκεία"

Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για μένα να βρίσκομαι σήμερα ανάμεσά σας, εδώ στο βήμα της Σχολής του Λαού, που φέρει το όνομα του ιδρυτή της και ενός εκ των ευεργετών της Πάτρας, του δημιουργού της Ιωάννη Διακίδη. Έτσι λοιπόν, στο πλαίσιο της σημερινής ομιλίας θα αναφερθώ στην αναγκαιότητα της ύπαρξης μουσειακού χώρου στη θρησκεία, η οποία αναμφίβολα, άπτεται ευρύτερα της ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού στον τόπο μας.

Για όλους εμάς που υπηρετούμε σήμερα τη χώρα από θέσεις ευθύνης, η ανάπτυξη διαμέσου του πολιτισμού συνιστά ένα στρατηγικό σχέδιο, που οδηγεί τις Περιφέρειες στη νέα εποχή και έχει ως πρόταγμα την ισόρροπη ανάπτυξη η οποία αποτελεί και εθνική προτεραιότητα για τη σημερινή κυβέρνηση της χώρας. Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα βασικό άξονα της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής αλλά και Περιφερειακής οικονομίας και αναμφίβολα αποτελεί μια πρόκληση που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε με ταχύτητα αλλά και αποφασιστικότητα.

Σε ό,τι αφορά το χώρο του πολιτισμού, το σημαντικότερο πολιτιστικό γεγονός της προηγούμενης χρονιάς, ήταν τα εγκαίνια του νέου μουσείου της Ακρόπολης, που γέμισε τους Έλληνες περηφάνια, προκάλεσε το θαυμασμό των ξένων και ενεργοποίησε εκ νέου το ζήτημα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Όλοι συμφωνούμε, ότι το νέο μουσείο της Ακρόπολης αποδεικνύει περίτρανα την εκπληκτική δύναμη που μπορεί να έχει ένα μουσείο όπως προκύπτει από την τεράστια επιρροή που έχει σ’ ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων και φορέων.

Όπως όλοι θυμόμαστε, η Πάτρα το 2006, ακολουθώντας τα βήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ήταν η τρίτη ελληνική πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, ενός θεσμού ο οποίος ήταν εμπνευσμένος από την Ελληνίδα μούσα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, η οποία και τον καθιέρωσε, επίσημα το 1985 στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

“Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργικότητα,είναι εθνικό κεφάλαιο και δεν είναι λιγότερο σημαντική από την τεχνολογία, το εμπόριο και την οικονομία“, τόνιζε τότε η αξέχαστη Μελίνα, η οποία δεν παρέλειπε να επισημαίνει με κάθε ευκαιρία, ότι: “Ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία που διαθέτει η χώρα μας”. Λόγια σοφά, λόγια επίκαιρα, όσο ποτέ άλλοτε και στις μέρες μας.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές, ότι η ανάδειξη της πόλης μας, σε ένα διεθνές Κέντρο Πολιτισμού, προϋποθέτει πέρα από τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση, τη διεύρυνση και την ορθολογική διαχείριση των πολιτιστικών υποδομών της και φυσικά απαιτείται να δοθεί προτεραιότητα στην ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μέσα από την ενίσχυση των υπαρχόντων θεσμών αλλά και τη δημιουργία νέων πολιτιστικών δομών με πρωτοποριακή θεματική, πανελλήνια και φυσικά ευρωπαϊκή εμβέλεια.

 

Ταυτόχρονα το μακραίωνο πολυπολιτισμικό παρελθόν της “νύμφης” του Πατραϊκού, ανέδειξε πρόσφατα την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, ως τη μοναδική ελληνική μητρόπολη, η οποία έλαβε μέρος στην τελική φάση του διευρωπαϊκού προγράμματος “Διαπολιτισμικές Πόλεις”, το οποίο όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζετε, αποτελεί μια κοινή πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

 

Στόχος του, ήταν η ενίσχυση και η υποστήριξη μιας σειράς δράσεων των εταίρων πόλεων, προκειμένου να αξιοποιηθεί στο μέγιστο επιθυμητό βαθμό η πολιτιστική τους πολυμορφία.

Την ίδια στιγμή, τα χριστιανικά μνημεία του τόπου μας, είναι αναμφίβολα ένα αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής μας κληρονομιάς και αποτελούν αξιόλογο πόλο έλξης επισκεπτών, αφού καταμαρτυρούν την ίδια την παράδοση αλλά και τη στενή και μακραίωνη διασύνδεση της τέχνης με τη θρησκευτική λατρεία σε όλες τις εκφάνσεις της.

Επίσης, πέρα από τα ελληνορθόδοξα μνημεία της τέχνης, ο επισκέπτης έχει επίσης την ευκαιρία να συναντήσει μνημεία που αποπνέουν αέρα διαφορετικών δογμάτων και θρησκειών και τα οποία αρμονικά συνυπάρχουν σε ένα μοναδικό “μωσαϊκό”, το οποίο αναμφίβολα αναδεικνύει το σπάνιο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της Πάτρας.

Το μουσείο ως έννοια είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου για συλλογή και συγκέντρωση αντικειμένων του παρελθόντος, μια ανάγκη που είναι τόσο παλιά όσο και ο κόσμος. Για τους αρχαίους Έλληνες το μουσείο ήταν τέμενος των Μουσών. Για τον νεοέλληνα έχει καθιερωθεί ο συσχετισμός του όρου με ένα χώρο που έχει συγκεκριμένο σκοπό: τη φύλαξη αντικειμένων με ενδιαφέρον, αποσκοπώντας στη διδαχή και αναψυχή του κοινού. Για τον υπόλοιπο κόσμο είμαστε απλά ένας ευλογημένος λαός.

Το βέβαιο είναι, ότι ζούμε σε μία χώρα με πλούσιο πολιτισμικό ενδιαφέρον που δίδαξε στον υπόλοιπο κόσμο πολιτισμό και που βρίθει αρχαιοτήτων. Δεν έχουμε όμως μόνο αξιοθαύμαστο παρελθόν. Δε σταματήσαμε να υπάρχουμε. Έχουμε παρόν και σίγουρα και μέλλον. Εξελισσόμαστε, προοδεύουμε και κυρίως συνεχίζουμε να διαγράφουμε τη δική μας ιστορία. Συνεπώς χρειαζόμαστε νέους χώρους να τη στεγάσουμε όπως άλλωστε πράξαμε με την πολιτισμική κληρονομιά που κληροδοτήσαμε από τον αρχαίο μας πολιτισμό.

Κάτω από τον ίδιο συλλογισμό πλήθος λαογραφικών μουσείων έχουν ξεπηδήσει σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια ενώ ανάμεσα στις νεότερες τάσεις συγκαταλέγεται η ίδρυση Βυζαντινών Μουσείων. Στην Ευρώπη, οι πρώτες συλλογές θρησκευτικού χαρακτήρα έκαναν την εμφάνισή τους στον ισλαμικό κόσμο μεταξύ 6ου και 8ου αιώνα μ.χ., ενώ κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια συνέλεγαν διάφορα φυσικά αξιοπερίεργα, κυρίως όμως εκκλησιαστικά λείψανα.

Λιγοστές περιοχές στον κόσμο και ακόμα λιγότερες στην Ελλάδα έχουν την ευλογία να φιλοξενούν εκκλησιαστικά λείψανα και η Πάτρα αποτελεί μία εξ αυτών. Μια πόλη που αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό στην αποστολική πορεία του μαθητή του Ιησού Χριστού, Αποστόλου Ανδρέα.

Πως είναι δυνατόν λοιπόν, μία πόλη 300.000 κατοίκων στην οποία μαρτύρησε ο Άγιος Ανδρέας και έχει έναν εκπληκτικό ναό να μην έχει να επιδείξει ένα Εκκλησιαστικό Μουσείο; Αν και για να είμαστε ακριβείς και απολύτως αληθείς, ο Νομός μας διαθέτει αξιόλογα Εκκλησιαστικά Μουσεία όπως αυτό της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων και της Αιγιαλείας.

Χαρακτηριστικότατο λοιπόν, είναι το παράδειγμα της λειτουργίας του Εκκλησιαστικού Μουσείου του Αιγίου, το οποίο ιδρύθηκε το 1987 από την Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, στο οποίο φιλοξενούνται αξιόλογα εκθέματα, μεταξύ των οποίων ένα αυτούσιο Τέμπλο της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Βούρων Αιγιαλείας, 100 περίπου εικόνες, πολλά χειρόγραφα, Ιερά σκεύη, παλαιές σφραγίδες και πολλά άλλα θρησκευτικά αντικείμενα.

Παράλληλα, το μουσείο αποτελεί, μέρος ενός μεγαλοπρεπούς αρχιτεκτονικού οικοδομικού συγκροτήματος, στο οποίο συνυπάρχουν αρμονικά το Μητροπολιτικό Μέγαρο και το Παρεκκλήσιο της Επισκοπής.

Στην εποχή μας, η συγκρότηση ενός εκκλησιαστικού μουσείου, αποτελεί μια σχετικά σπάνια ενέργεια καθώς οι έντονοι ρυθμοί των σύγχρονων κοινωνιών άλλοτε εμφανέστερα και άλλοτε συγκαλυμμένα επιτάσσουν αποστροφή από την παράδοση και την ιστορία φαινόμενο που παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ένα εκκλησιαστικό μουσείο αναδεικνύει νοήματα και πράγματα της προγονικής κληροδοσίας κάτι που το συνιστά ιδιαίτερο και εξαιρετικό. Ένα τέτοιο ιδιαίτερο και εξαιρετικό δείγμα χρειαζόμαστε στην πόλη μας που να έχει πηγαίο αίσθημα εκκλησιαστικής αγάπης.

Στην κατεύθυνση της πολιτικής των τομών και των μεταρρυθμίσεων που προωθεί η σημερινή κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου πολιτισμού και τουρισμού, ένας από τους κυρίαρχους στόχους είναι ο εμπλουτισμός του τουριστικού προϊόντος με την ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο θρησκευτικός τουρισμός. Θετικό είναι το γεγονός, ότι σήμερα στην Ελλάδα, αναπτύσσονται όλο και πιο συστηματικά οι θεματικές μορφές τουρισμού, που προσφέρουν τη δυνατότητα στους ταξιδιώτες να εμπλουτίσουν τις δραστηριότητες τους και με προγράμματα εξειδικευμένων δράσεων.

Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε πως στον τόπο μας, η μορφολογία του εδάφους, οι έντονες διαφορές που υπάρχουν από την θάλασσα στον ορεινό όγκο, ο πλούτος των χρωμάτων, των συναισθημάτων, των ανθρώπων αλλά και των πολιτιστικών προϊόντων της Αχαϊκής γης, εγγυώνται, ότι είναι το καταλληλότερο σημείο για να αναπτυχθούν οι συγκεκριμένες εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ο τουρισμός στην περιοχή μας, δεν μπορεί να καταγράψει ανοδική πορεία, αν εξακολουθήσει να προσπαθεί να εξελίσσεται με βάση το ίδιο απλοϊκό προϊόν με αυτό που πωλούν ίσως ακόμη και φθηνότερα κάποιοι άλλοι ανταγωνιστές μας. Πρέπει να ξεχάσουμε τον ανταγωνισμό σε επίπεδο τιμών φθηνού προϊόντος και να διαφοροποιήσουμε την προσφορά μας και τη θεματικότητά μας.

Συνολικότερα, επιβάλλεται η άμεση αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου του τοπικού τουριστικού προϊόντος προκειμένου να αναδείξουμε εκείνα τα τουριστικά προϊόντα μας που συνδυάζουν ελκυστικότητα και ανταγωνιστικότητα και στα οποία πρέπει να επικεντρωθούμε. Τα οφέλη θα είναι μεγάλα και πολλαπλά γιατί ο εμπλουτισμός του τουριστικού μας προϊόντος με εστίαση τον θρησκευτικό τομέα θα βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση και εκμετάλλευση του κύριου κορμού του τουριστικού μας δυναμικού.

Σε αυτό το σημείο, υπό την ιδιότητα της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Ηπείρου, θα μου επιτρέψετε να σας υπενθυμίσω, ότι πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του τόπου, προανήγγειλε την επιτάχυνση των προγραμμάτων του τουριστικού τομέα που εντάσσονται στο ΕΣΠΑ.

Προς αυτή την κατεύθυνση, εκτιμώ, πως απαιτείται άμεσα η εκπόνηση ενός στρατηγικού σχεδίου, ταυτόχρονα από την εκκλησία και την πολιτεία στη βάση της προσέλκυσης επισκεπτών- προσκυνητών. H ανάπτυξη του θρησκευτικού τουρισμού θα πρέπει να αποτελεί μια από τις βασικότερες προτεραιότητες των φορέων του τόπου μας, που θα πρέπει να στοχεύουν στην αξιοποίηση ενός δικτύου θρησκευτικών μνημείων που βρίσκονται διασκορπισμένα στον τόπο μας.

Πριν δώσουμε πειστικές απαντήσεις ως προς την αναγκαιότητα του μουσειακού χώρου στην θρησκεία καλό θα ήταν να αιτιολογήσουμε την ανέγερσή του στην πόλη μας.

Κάθε χρόνο πλήθος Ελλήνων και ξένων πιστών επισκέπτονται την πόλη των Πατρών για να προσκυνήσουν την «Τίμια Κάρα» και τον Χιαστό Σταυρό, να επισκεφτούν τον μεγαλύτερο ναό των Βαλκανίων και ένας από τους μεγαλύτερους της Ευρώπης και να τιμήσουν έτσι τη μνήμη του Πολιούχου μας, Αγίου Ανδρέα.

Επιχειρώντας μια σύντομη μελέτη στο περιβάλλον στο οποίο έζησε και έδρασε ο Απόστολος Ανδρέας καθώς και στις απόρροιες που προκύπτουν από αυτό αποσκοπούμε στη σφαιρικότερη μελέτη της προσωπικότητάς του και την ανάδειξη της οικουμενικότητάς του κάτι που αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημά μας σχετικά με την αιτιολόγηση της ανέγερσης ενός εκκλησιαστικού μουσείου στην πόλη της Πάτρας.

Είναι χαρακτηριστικό πως η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία προβάλει το προνόμιο της επισκοπικής της έδρας από τον Απόστολο Πέτρο βασιζόμενη στην υπεροχικότητά του έναντι των υπολοίπων Αποστόλων λόγω πίστεως αν και όπως υποστηρίζει ο Σεβαστός Μητροπολίτης Χαλεπίου, Βεροίας και Αλεξανδρέττας, Κ. Παύλος Γιαζίτζι: «Όταν ο Χριστός ανέφερε ότι θα οικοδομήσει πάνω στον Πέτρο την Εκκλησία, το ανέφερε για την ομολογία του και όχι για το πρόσωπο».

Εύκολα προκύπτει, ότι ενώ η Ορθόδοξη εκκλησία αποδέχεται το Πρωτείο της Εκκλησίας της Ρώμης το εντάσσει στο πλαίσιο της Συνοδικότητας και προβάλει τον Απόστολο Ανδρέα, όχι για την υπεροχικότητά του, αλλά για την οικουμενικότητά του. Αυτό συμβαίνει, γιατί είναι ο μαθητής που έσπευσε να μοιραστεί την προσωπική του εμπειρία με τον αδελφό του Πέτρο καθιστώντας κι αυτόν μέτοχο της θείας δόξας.

Με τον τρόπο αυτό η Ορθόδοξη εκκλησία προβάλει το πρωτείο της αγάπης και τη λειτουργία της διακονίας έναντι οποιασδήποτε κοσμικής εξουσίας και ιεράρχησης, νοώντας την κλήση και μετοχή μέσα στα οικουμενικά πλαίσια της κοινωνικότητας, της συλλογικότητας και της περιχώρησης καθώς η περιχώρηση υπερβαίνει τον ατομικισμό και τα κλειστά συστήματα που δημιουργούν οι δυϊσμοί και οι ιεραρχίες. Αυτό το παράδειγμα επέδειξε ο οικουμενικός διδάσκαλος Ανδρέας, όχι δηλαδή των πρωτείων εξουσίας, αλλά των πρωτείων της διακονίας, της αγάπης και του διαλόγου.

Η δυναμική και κυρίαρχη παρουσία του Πέτρου στον εκκλησιαστικό χώρο είναι δεδομένη και μη αμφισβητούμενη σε όλη τη χριστιανοσύνη. Το ίδιο όμως θα πρέπει να θεωρείται και η ιστορική παρουσία του πρωτόκλητου και πρωτευαγγελιστή Ανδρέα, ως οικουμενικού διδασκάλου. Μια χαρισματική προσωπικότητα με ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα αλλά και με έντονη την αίσθηση της ιστορίας και της ρεαλιστικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας.

Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας μετά το θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού όντας φορέας αυτών των ιδεών και αντιλήψεων επεμβαίνει δυναμικά σε αυτό το αρχικό γίγνεσθαι της χριστιανικής ιστορίας με μία οικουμενική προοπτική για την έξοδο του χριστιανισμού από τα Ιεροσόλυμα και την Παλαιστίνη, προς τον κόσμο των εθνών.

Το ιεραποστολικό του έργο παρουσιάζει οικουμενικές διαστάσεις και έτσι ο Πολιούχος των Πατρών θεωρείται κοινός πατέρας πολλών Ορθοδόξων λαών της Νοτίου Ευρώπης και πολλές Βαλκανικές εκκλησίες τον τιμούν ως ιδρυτή τους, έργο που στα Βαλκάνια ολοκλήρωσαν αργότερα οι Ιεραπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος.

Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα εκκλησιών από την Ανατολή μέχρι τη Δύση που αναγνώρισαν την ισχύ του κηρύγματός του και την μοναδική του προσωπικότητα όπως η εκκλησία της Ρωσίας η οποία τον αναγορεύει ως ιδρυτή της. Ακόμα και η εκκλησία της Σκωτίας τον αναγορεύει ως ιδρυτή της έστω και αν δεν βρέθηκε ποτέ εκεί εν ζωή παρά μόνο, σύμφωνα με την παράδοση, τα λείψανά του. Για να αντιληφθούμε την αξία και το κύρος που είχε ο Απόστολος στο λαό αυτό αξίζει να αναφερθούμε στην ίδρυση του Ιπποτικού Τάγματος του Αγίου Ανδρέου προς τιμή του αλλά και στην ύπαρξη του Χιαστού σταυρού – έμβλημα του Αποστόλου Ανδρέα- στην Αγγλική σημαία έπειτα από την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία.

Στο Βαλκανικό χώρο, η Ορθόδοξη Εκκλησία της γειτονικής μας Ρουμανίας έχει και αυτή αποστολικές ρίζες. Η θεμελίωσή της έγινε με το ιεραποστολικό έργο του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου και στην πρώην ρωμαϊκή περιοχή Μικρά Σκυθία, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στον ποταμό Δούναβη και το δυτικό μέρος της Μαύρης Θάλασσας, τη σημερινή Δοβρούτσα (νότιο-ανατολικό μέρος της Ρουμανίας).

Η χρήση των Εκκλησιών της Ρωσίας και της Ρουμανίας κάθε άλλο παρά τυχαία μπορεί να χαρακτηριστεί. Οι λαοί αυτοί παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό ομοιογένειας ως προς τα θρησκευτικά τους πιστεύω. Ενδεικτικά παραθέτω πως σύμφωνα με την απογραφή του 2000, 86.7% από το σύνολο των 21.794.793 κατοίκων της Ρουμανίας δήλωσαν ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι ενώ έχουν δημιουργηθεί 275 μουσεία για την συντήρηση παλαιών βιβλίων και εκκλησιαστικών αντικειμένων και παράλληλα 42 τοπικά κέντρα αποθήκευσης.

Αλλά και η Ελλάδα παρουσιάζει έντονο ορθόδοξο χαρακτήρα. Κι ενώ λοιπόν, η Ορθοδοξία και κατά συνέπεια η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης επέλεξε τον Απόστολο Ανδρέα να αντιπαραθέσει στη μοναδικότητα του Αποστόλου Πέτρου, η Πάτρα που φιλοξενεί τα λείψανα του δεν έχει ακόμα εκμεταλλευτεί πλήρως και αναδείξει την σπουδαιότητα της προσωπικότητάς του.

Ένα από τα έργα που σίγουρα λείπει από την πόλη των Πατρών και που θα μπορούσε να συντελέσει προς αυτή την κατεύθυνση είναι το εκκλησιαστικό μουσείο. Η βασική ανάγκη που καλύπτει ένα εκκλησιαστικό μουσείο είναι φυσικά η διατήρηση και η αξιοποίηση της θρησκευτικής τέχνης.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα τόσο ο λαϊκός μας πολιτισμός όσο και η λαϊκή μας τέχνη είχαν τεθεί στο περιθώριο της έρευνας και της ιστοριογραφίας. Ωστόσο η διάσωση και η ανάδειξη κάποιων στοιχείων του λαϊκού μας πολιτισμού οφείλεται κυρίως σε ατομικές προσπάθειες φωτισμένων μορφών της πατρίδας μας.

Η λαϊκή τέχνη και πιο συγκεκριμένα η θρησκευτική λαϊκή τέχνη κυρίως κατά την Τουρκοκρατία αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι αυτού του πολιτισμού. Μπορεί η συγκεκριμένη περίοδος να μην ήταν ιδανική λόγω των δυσμενών ιστορικών συγκυριών ωστόσο, η θρησκευτική τέχνη αναγεννήθηκε στην υποδουλομένη Ελλάδα. Σήμερα είναι πλέον από όλους αποδεκτό ότι η λαϊκή τέχνη και μαζί της η λαϊκή θρησκευτική τέχνη, υπήρξε για αιώνες ο αμεσότερος τρόπος μετάδοσης ιδεών, μηνυμάτων και όλων εκείνων των στοιχείων που συγκροτούν την έννοια της ιστορίας και του πολιτισμού.

Συνεπώς, ένα εκκλησιαστικό μουσείο αποτελεί το πρώτο βήμα για να αναδείξουμε την ποιότητα του παρελθόντος που μας γέννησε. Δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις εικόνες, τα ιερά σκεύη, τα λειτουργικά βιβλία, τα φωτογραφικά στοιχεία του ενοριακού κοινωνικού βίου ως απλά εικαστικά θεάματα ή ως κοινό μουσειακό υλικό διότι το καθένα εξ αυτών έχει τη δική του ιστορία να εξιστορήσει που είναι άμεσα συνυφασμένη με το παρελθόν μας. Ένας σταυρός, ένα μανουάλι, ένα αναλόγιο, μια ιερατική φορεσιά είναι πράγματα δεμένα με τους σταθμούς της ίδιας της ζωής μας από τη γέννηση μας έως την εκδημία. Το παρελθόν είναι κοινό και δεν θα πρέπει να υπάρχουν στεγανά καθώς όλα αυτά τα κειμήλια συνθέτουν μία συλλογική μνήμη που ακολουθεί τον αιώνιο άνθρωπο και που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατρέχει σε αυτά τα φυλαχτά των οικείων βιωμάτων για να συνθέτει εικόνες για το μέλλον. Επομένως, όλοι θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ένα εκκλησιαστικό μουσείο ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και επιπέδου.

Δεν μπορούμε- και ούτε θέλουμε -να κάνουμε διαφορετικά από το να ακολουθήσουμε το φωτεινό παράδειγμα της οικουμενικότητας του Αποστόλου Ανδρέα και να δώσουμε την δυνατότητα σε όλο τον κόσμο να γίνει μέτοχος του θρησκευτικού μας πλούτου. Ξεκινώντας από τις μικρότερες ηλικίες και φτάνοντας μέχρι και ομόθρησκους άλλων εθνικοτήτων θα πρέπει να εξασφαλίσουμε την ομαλή ροή στην επικοινωνία του εκκλησιαστικού μουσείου με το κοινό του και να διασφαλίσουμε αυτή την αλληλεπίδραση καθώς αποτελεί μία από τις κύριες λειτουργίες των μουσείων.

Στην εποχή που διανύουμε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε είναι η κρίση ταυτότητας και η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην όξυνση του ζητήματος. Συνεπώς ο ρόλος του μουσείου, ως φορέα διαχείρισης της μνήμης, περιπλέκεται και αναπόφευκτα εμφανίζονται διάφοροι εκφραστές ποικίλλων μουσειακών πρακτικών που επιχειρούν να δώσουν λύσεις σε αυτό το φλέγον ζήτημα.

Οι πρακτικές αυτές αφορούν τόσο στην συλλεκτική και εκθεσιακή πολιτική του (μόνιμες ή περιοδικές εκθέσεις) όσο και στον τομέα του σχεδιασμού και υλοποίησης ερμηνευτικών-εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μικρούς και μεγάλους. Τα σχετικά ερωτήματα αφορούν και τα ελληνικά μουσεία, στο βαθμό που τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί και στην Ελλάδα μια νέα πολυπολιτισμική πραγματικότητα, αφού κοντά στις ήδη γνωστές πληθυσμιακές ομάδες με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, έρχονται να προστεθούν ποικίλες ομάδες προσφύγων και μεταναστών.

Η ανάπτυξη και εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων που απευθύνονται στη μαθητική κοινότητα και πραγματοποιούνται κατά κύριο λόγω στον χώρο του μουσείου είναι ένα θέμα που συζητείται αρκετά τα τελευταία χρόνια. Η επιτυχία αυτών των προγραμμάτων κρίνεται στη συντονισμένη και κοινή προσπάθεια τόσο των μουσείων όσο και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Αναμφισβήτητα, ένας από τους βασικότερους στόχους ενός εκκλησιαστικού μουσείου είναι η γνωριμία των μαθητών με τις μορφές της λαϊκής θρησκευτικής τέχνης (εξωκλήσια, φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, ξυλόγλυπτα εκκλησιών, κτίσματα ναών και μοναστηριών, μεταλλικά λατρευτικά αντικείμενα μικροτεχνίας από πολύτιμα μέταλλα, εκκλησιαστικά κεντήματα, λιθόγλυπτα ναών κ.ά).

Έτσι οι μαθητές θα ενθαρρύνονται να ενεργήσουν δημιουργικά μέσα σε ένα ταξίδι γνώσεων, χρωμάτων και σχεδίων, παρατηρώντας λεπτομέρειες και ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με τον λαϊκό πολιτισμό, την τέχνη, την ιστορία και την παράδοση του λαού μας. Η βιωματική ενασχόληση με ένα σημαντικό κομμάτι εκείνο της λαϊκής θρησκευτικής τέχνης καλύπτει ένα ευρύ φάσμα διδακτικών στόχων:

  • Να έρθουν οι μαθητές σε επαφή με αξίες και πολιτιστικά αγαθά προηγούμενων γενιών και πολιτισμών, αναδεικνύοντας την συνέχεια του πολιτιστικού γίγνεσθαι του λαού μας.
  • Να ευαισθητοποιηθούν σε ότι αφορά τα μνημεία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού που παραδόθηκαν σε μας ως μοναδική κληρονομιά.
  • Να γνωρίσουν τα πολιτισμικά και ιστορικά στοιχεία κάθε μορφής και έκφρασης της λαϊκής θρησκευτικής τέχνης.
  • Να εξοικειωθούν και να κατανοήσουν τις τεχνοτροπίες της λαϊκής θρησκευτικής τέχνης.
  • Να αξιολογήσουν τα επιτεύγματα του Λαϊκού Πολιτισμού και να κατανοήσουν την συμβολή του στην διαμόρφωση της σύγχρονης Ελληνικής πολιτιστικής παρουσίας.

Δυστυχώς όμως είναι διαπιστωμένο ότι το κύριο ενδιαφέρον της μουσειοπαιδαγωγικής στην Ελλάδα αφορά στην οργάνωση και υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που προσφέρονται στα σχολεία και πολύ λιγότερο, ή σχεδόν καθόλου, τις άλλες ομάδες κοινού, όπως έφηβοι, ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία, οικογένειες και άλλα.

Έρευνες σε Αγγλία και Αμερική έδειξαν ότι σχεδόν το 60% των επισκεπτών σε μουσεία είναι οικογένειες. Η μουσειακή εμπειρία της οικογένειας αποτέλεσε αντικείμενο και ελληνικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2003. Στην έρευνα συμμετείχαν 12 οικογένειες του Δήμου Βριλησσίων στις οποίες δόθηκαν κίνητρα προκειμένου να επισκεφτούν στον ελεύθερό τους χρόνο μουσεία προτείνοντας τους εναλλακτικούς τρόπους δημιουργικής απασχόλησης κατά τη διάρκεια της μουσειακής τους επίσκεψης.

Σύμφωνα με το μοντέλο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε το θεωρητικό υπόβαθρο της έρευνας, η μάθηση είναι μια συμμετοχική, κοινωνική και δυναμική διαδικασία όπου τα άτομα που συμμετέχουν είναι μέλη μιας μαθησιακής κοινότητας (learning community).

Ως μέλη μιας κοινότητας οι άνθρωποι εμπλέκονται ενεργά και ισότιμα σε δημιουργικές δραστηριότητες και συνεργάζονται αρμονικά για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού. Γονείς και παιδιά ανοίγουν δίαυλο επικοινωνίας ανταλλάσσοντας εμπειρίες, γνώσεις και συναισθήματα, καλλιεργώντας έτσι ένα περιβάλλον ενεργητικής μάθησης και συνεργασίας.

Ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η συγκεκριμένη έρευνα αφορά την αδιαφορία των ελληνικών μουσείων να γνωρίσουν τις πραγματικές ανάγκες, τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα της ελληνικής οικογένειας. Δυστυχώς, εμμένουν κυρίως στη στεγνή καταγραφή της επισκεψιμότητας που σημειώνει κάθε μουσείο κάτι που σίγουρα δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη πηγή πληροφόρησης.

Συνεπάγεται δε, πως κάτι τέτοιο αποτελεί μια απλή ποσοτική καταμέτρηση των επισκεπτών που αντιμετωπίζει το κοινό ως ένα ομοιόμορφο σύνολο. Παράλληλα, αδιαφορεί για εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά η μελέτη των οποίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσφορά καλύτερων υπηρεσιών που συγκλίνουν τελικά στα ζητούμενα των οικογενειών.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι οι περισσότερες οικογένειες του δείγματος της προαναφερθείσας έρευνας πραγματοποιούν περισσότερες επισκέψεις σε μουσεία όταν βρίσκονται σε περίοδο διακοπών σε έναν άλλο τόπο στην Ελλάδα από ότι στον ελεύθερο χρόνο τους όταν βρίσκονται στην πόλη τους.

Συνδυάζοντας αυτό το στοιχείο, δηλαδή της τουριστικής συμπεριφοράς της οικογένειας, με τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν σήμερα τα ταξιδιωτικά γραφεία  παρατηρούμε ότι σημαντικό μέρος το καλύπτουν οι επισκέψεις σε μουσεία. Επισκέπτονται λοιπόν οι ταξιδιώτες τα μουσεία για να γνωρίσουν τόσο την ιστορία και τον πολιτισμό όσο και το κοινωνικό περιβάλλον ενός τόπου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ανέκαθεν, οι προσκυνηματικές περιηγήσεις αποτελούσαν πηγή τουριστικής κίνησης.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον θρησκευτικό τουρισμό, Εκκλησία και Πολιτεία αντιλαμβάνονται κάπως διαφορετικά τον προσκυνηματικό προορισμό από τον θρησκευτικό τουρισμό, δύο έννοιες που δε θα πρέπει να θεωρούνται ταυτόσημες. Υπάρχουν δύο είδη θρησκευτικού τουρισμού: προσκυνητές τουρίστες, στους οποίους επικρατεί το θρησκευτικό κίνητρο και τουρίστες οι οποίοι ταξιδεύουν ομαδικά και συνδυάζουν το ταξίδι τους και με άλλες τουριστικές δραστηριότητες.

Η συγκεκριμένη εναλλακτική μορφή τουρισμού, προϋποθέτει πολιτιστική ωριμότητα ενώ η εν γένει ανάπτυξη του θρησκευτικού τουρισμού, κρίνεται από την προσαρμοστικότητά του στα σύγχρονα δεδομένα στα οποία συγκαταλέγεται και η ικανότητά του να χρησιμοποιεί την τεχνολογία ως μέσο οργάνωσης. Μεταξύ των χωρών που βολιδοσκοπούνται για συνεργασία στον τομέα των προσκυνηματικών περιηγήσεων, περιλαμβάνονται η Ρωσία, τα Βαλκάνια αλλά και χώρες της κεντρικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή» τον περασμένο Νοέμβριο, περισσότεροι από τριακόσια εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο, οδεύουν προς λατρευτικούς τόπους σε όλο τον κόσμο ενώ το κέρδος που προκύπτει από αυτές τις μετακινήσεις ανέρχεται στα δεκαπέντε δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Στο ίδιο άρθρο επισημαίνεται πως ο θρησκευτικός τουρισμός αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτικός στις πιέσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ενώ σύμφωνα με προβλέψεις ειδικών αναλυτών του χώρου, ο αριθμός των προσκυνητών θα ανέλθει στα οχτακόσια εκατομμύρια ετησίως. Ενδεικτικά αναφέρει πως μόνο οι Ινδοί που σήμερα ταξιδεύουν για θρησκευτικούς λόγους εκτιμάται πως ξεπερνούν τα εκατόν πενήντα εκατομμύρια, ενώ οι Κινέζοι υπολογίζονται στα εξήντα με εκατό εκατομμύρια κάθε χρόνο.

Ο εναλλακτικός τουρισμός- μέρος του οποίου είναι και ο θρησκευτικός -εκτός από τη συμβολική έννοια που έχει αποκτήσει ως μορφή τουρισμού, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά είναι η αναζήτηση της αυθεντικότητας και της επαφής με τη φύση, η άρνηση των απρόσωπων τουριστικών πακέτων, η αποφυγή των κοσμικών παραλιών ή ο συνδυασμός των διακοπών με την προσφορά εθελοντικής εργασίας, αναφέρεται και σε κάθε ειδική μορφή τουρισμού, η οποία προσελκύει τουρίστες με ειδικά ενδιαφέροντα, συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και τέλος προσφέρει λύσεις σε προβλήματα της τουριστικής εποχικότητας.

Είναι φανερό ότι οι μορφές αυτές δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το μαζικό τουρισμό, με την έννοια του παραθαλάσσιου μαζικού τουρισμού. Ωστόσο δρουν συμπληρωματικά προς αυτόν, συμβάλλοντας, κατά κύριο λόγο, στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των περιοχών της περιφέρειας.

Η Ελλάδα, είναι μία χώρα που προσελκύει το ενδιαφέρον τόσο των ορθοδόξων της Ν.Α. Ευρώπης όσο και πιστών άλλων δογμάτων και θρησκειών ενώ εκτιμάται πως μελλοντικά θα δέχεται περί το ένα εκατομμύριο θρησκευτικούς τουρίστες μόνον από τη Ν.Α. Ευρώπη. Όταν πάλι, μόνο στο εσωτερικό της χώρας διακινούνται, προς τα πάσης φύσεως Μοναστήρια, περισσότερα από 300.000 άτομα, κάθε χρόνο αντιλαμβανόμαστε πως υπάρχουν προοπτικές για ανάπτυξη του θρησκευτικού τουρισμού στη χώρα μας.

Σε αυτό τον τομέα, η νέα τουριστική πολιτική της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, επιχειρεί να αναδείξει μία νέα τουριστική ταυτότητα που κατοχυρώνει τη μοναδικότητα των ελληνικών προορισμών και εξασφαλίζει τη διεθνή αναγνωρισιμότητά τους. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να σέβονται τον επισκέπτη τους και οι επιχειρηματίες του κλάδου να αναβαθμίζουν ποιοτικά τις υπηρεσίες του και να επανασυνθέτουν την προσφορά τους.

Από την άλλη, η στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού των περιοχών της χώρας, στηρίζεται στην αξιοποίηση των φυσικών και πολιτιστικών της πόρων. Αυτό το πρότυπο-στόχος στηρίζεται στην προώθηση μιας πράσινης οικονομίας στον τουρισμό και περιλαμβάνει την προστασία και την ανάπτυξη των φυσικών πόρων και της κληρονομιάς μας. Την παραγωγή μιας νέας, τουριστικής ταυτότητας βασισμένης στην «πράσινη» ανάπτυξη.

Σε αυτή την κατεύθυνση απαιτείται να κινηθούμε, προκειμένου να καταστεί εφικτή η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας με την οποία μεταξύ άλλων επιδιώκεται:

  • Ο εμπλουτισμός της σύνθεσης του τοπικού τουριστικού προϊόντος, διαμέσου της ανάπτυξης ειδικών υποδομών που μπορούν να διαφοροποιήσουν την ανάπτυξη νέων μορφών τουριστικών "προϊόντων" όπως είναι ο προσκυνηματικός-θρησκευτικός.    
  • Η δημιουργία προϋποθέσεων για την ενίσχυση του τουριστικού "προϊόντος" μέσω της αξιοποίησης και της ανάδειξης του πολιτιστικού αποθέματος, της οργάνωσης παρερχομένων υπηρεσιών στους επισκέπτες, της διαχείρισης επισκεπτών, της οργάνωσης παράλληλων δραστηριοτήτων και δράσεων προβολής των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των περιφερειών της χώρας, θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις προσέλκυσης τουριστών υψηλών απαιτήσεων καθώς και την άρση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων.
  • Η αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών σε όλους τους τομείς που συνθέτουν το τουριστικό "προϊόν" και τη διατήρηση του επιπέδου της ποιότητας αυτής μέσω του ολοκληρωμένου εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων και των επιχειρήσεων.    
  • Η μείωση της εποχικότητας, με την επέκταση της τουριστικής περιόδου σε περιοχές όπου είναι δυνατόν να προσφερθούν ολοκληρωμένα τουριστικά πακέτα.  

Μία αξιόλογη ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή της στρατηγικής ανάπτυξης από τη μεριά της Πολιτείας ξεκίνησε πρόσφατα, όταν το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικού και Επαγγελματικού Προσανατολισμού που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού υλοποίησε για πρώτη φορά επιδοτούμενο πρόγραμμα κατάρτισης με τίτλο «Θρησκευτικός Τουρισμός».

Στην κατεύθυνση αυτή, τον περασμένο Νοέμβριο, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στη Ζάκυνθο, παρουσία του Μακαριότατου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμου, το Α’ Πανελλήνιο Συνέδριο για Θέματα Θρησκευτικού Τουρισμού των στελεχών των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδας. Στο πρόσφατο παρελθόν, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας φιλοξένησε και ξενάγησε στην πόλη μας 300 Ρώσους τουριστικούς πράκτορες. Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίος ο ελληνικός τουριστικός προσανατολισμός προς τη Ρωσία, μιας και πρόκειται για έναν επίσης ορθόδοξο λαό, για μία μεγάλη τουριστική αγορά.

Ο θρησκευτικός τουρισμός λοιπόν, ως μια ανεξάρτητη εναλλακτική μορφή τουρισμού ταχέως αναπτυσσόμενη στο διεθνές τουριστικό περιβάλλον έχει τεράστιες δυνατότητες να αναπτυχθεί και στον τόπο μας με την αρωγή της εκκλησιάς, της πολιτείας και άλλων συναρμόδιων φορέων. Δεν θα πρέπει τέλος να λησμονηθεί η συμβολή του νέου λιμανιού που διευκολύνει την προσβασιμότητα στην πόλη μας και συμβάλλει καταλυτικά στη σύνδεσή της με τις γειτονικές χώρες και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστώντας έτσι την Πάτρα, πύλη προς τη Δύση.

Η Αποστολική Εκκλησία των Πατρών διαθέτει αξιόλογα Ιερά Κειμήλια που μπορεί και οφείλει να εκθέσει προς τέρψη του κοινού. Μία πολύ επιτυχημένη προσπάθεια πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια των Πρωτοκλητείων του 2008 όταν με τη συμμετοχή των αρχών της πόλεως και πλήθους κόσμου εγκαινιάστηκε στις 17 Νοεμβρίου στη Δημοτική Πινακοθήκη, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας κ.κ. Χρυσοστόμου, η έκθεση Ιερών εικόνων και κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών.

Κι ενώ αναμφισβήτητα πλέον υπάρχει πλούτος ιερών αντικειμένων προς έκθεση, ακόμα αναζητείται ο χώρος που θα μπορούσε να στεγάσει μόνιμα ένα εκκλησιαστικό μουσείο. Αναφορικά δε, με τα ήδη υπάρχοντα εκκλησιαστικά μουσεία στην Ελλάδα, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών έχει ανεγερθεί δίπλα στους Μητροπολιτικούς ναούς. Όταν μάλιστα υπάρχει ένας ναός τέτοιου βεληνεκούς όπως ο Ιερός ναός του Αγίου Ανδρέα, η ανάγκη να ανεγερθεί ένα εκκλησιαστικό μουσείο σε κοντινή απόσταση από τον ναό είναι σχεδόν επιτακτική.

Ωστόσο η πρόταση αυτή, που εξ’ όσων γνωρίζω βρίσκει σύμφωνο και το σεβαστό Μητροπολίτη μας, επικαλούμενη παλιότερες δηλώσεις του, θα πρέπει να δρομολογηθεί με μεθοδικότητα. Το πρώτο βήμα είναι να διενεργηθούν οι κατάλληλες μελέτες που θα δώσουν λύσεις σε σημαντικά ζητήματα όπως η χωροταξική τοποθέτηση του εκκλησιαστικού μουσείου, το ύψος και τρόποι εξασφάλισης των απαιτούμενων πόρων αλλά και σε ένα πλήθος άλλων ερωτημάτων που προκύπτουν. Πολύ σημαντική σε αυτό το σημείο διαφαίνεται η ενδεχόμενη συνεργασία με το Κέντρο Μουσειακών Ερευνών.

Σχετικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από τον Μάρτιο του 1983, οπότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το ελληνικό αίτημα για την παροχή ειδικών οικονομικών ενισχύσεων για την άρση των δυσμενών επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία λόγω τη ένταξής της στην ΕΟΚ, οι αριθμοί καταδεικνύουν ότι η χώρα δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί στο έπακρο τους κοινοτικούς πόρους που εισρέουν κάθε χρόνο. Η αδυναμία απορρόφησης πόρων και ορθολογικής διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών ενδεχομένως να δίνει την εντύπωση πως η Ελλάδα δεν έχει και τόση ανάγκη τους κοινοτικούς πόρους.

Δεν θα πρέπει να λησμονηθούν επίσης τα λεγόμενα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα που έχει μια επένδυση με πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας, στην προσθετικότητα, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και στην αύξηση της παραγωγικότητας και εν τέλει στην αύξηση του εισοδήματος, στη σύγκλιση και στη συνοχή.

Η ανάπτυξη των κατάλληλων πρακτικών και άρτιων συνεργασιών μεταξύ ατόμων και φορέων που ασχολούνται, είτε με τον πολιτισμό, είτε με τον τουρισμό μπορούν να φέρουν θετικά αποτελέσματα.

 

Στη χώρα μας, ωστόσο, η συγκεκριμένη επιστήμη κάνει ακόμα τα πρώτα της βήματα κι όσοι την υπηρετούν αφομοιώνονται με αργούς σχετικά ρυθμούς. Σύμφωνα με την αρχαιολόγο Ασπασία Λούβη -γενική διευθύντρια του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, το οποίο έχει ήδη προχωρήσει στην ίδρυση μιας σειράς θεματικών τεχνολογικών μουσείων ανά την επικράτεια- «μπορεί η μουσειολογία να ήρθε σ' εμάς με καθυστέρηση, αλλά προχωράμε με άλματα. Χάρη στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα κεφάλαια που αντλήθηκαν από τα διαδοχικά Κ.Π.Σ. όλο και συντονιζόμαστε με τις νέες ιδέες».

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, καθώς ο παιδευτικός χαρακτήρας της έκθεσής του (όπου δεν χρησιμοποιούνται καν βιτρίνες), οι υψηλές προδιαγραφές των εργαστηρίων και των αποθηκών του και οι διευκολύνσεις που προσφέρει στο κοινό, το ανέδειξαν το 2005 ως το καλύτερο μουσείο της Ευρώπης.

 

Σημαντικότατη φυσικά προϋπόθεση για ένα επιτυχημένο εκκλησιαστικό μουσείο αποτελεί η εξασφάλιση του αναγκαίου επιστημονικού δυναμικού. Η συντήρηση των θρησκευτικών κειμηλίων είναι πολύ υπεύθυνη και σημαντική διαδικασία. Μάλιστα, στους διεθνείς κανόνες συντήρησης, όσον αφορά τα ιερά αντικείμενα, επισημαίνεται ότι ο συντηρητής πρέπει να σέβεται την πολιτιστική αξία των αντικειμένων που έχουν θρησκευτική ιδιότητα.

 

Άλλωστε, μια θεματική παρουσίαση των έργων, έξω από το πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκαν, αποδυναμώνει τις καλλιτεχνικές τους προθέσεις. Όμως, εμείς είμαστε ακόμη μακριά απ' όλα αυτά, έχουμε άλλα προβλήματα ν' αντιμετωπίσουμε και καθώς δεν έχουμε ακόμη ούτε κτίριο, πως να μιλήσουμε για μουσειολογικές πρακτικές.

Το αξιόλογο είναι, ότι η πόλη μας, διαθέτει σε όλες τις κατηγορίες του τουρισμού αξιόλογα σημεία ενδιαφέροντος, όπως περιοχές εξαιρετικού φυσικού κάλλους και μοναδικότητας, αρχαιολογικούς και παραδοσιακούς χώρους, πολλά αξιόλογα και προσβάσιμα θρησκευτικά μνημεία. Τα παραπάνω μπορούν να προβληθούν και να οργανωθούν με διαδρομές και περιπατητικές εκδρομές σε συνδυασμό με την επίσκεψη θρησκευτικών και μνημειακών χώρων.

Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι η ανάπτυξη αυτού του είδους τουρισμού θα πρέπει να γίνει έτσι ώστε να προστατεύονται τα μνημεία και να διατηρούν τον ιερό τους χαρακτήρα με σεβασμό στη μοναστική ζωή και αποφυγή της εμπορευματοποίησης της θρησκευτικής παράδοσης.

Επιχειρώντας μέσα από την ομιλία μου να αναδείξω την αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός εκκλησιαστικού μουσείου στην πόλη της Πάτρας κοντά στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα, θέλω να πιστεύω, ότι η σημερινή μας συνάντηση, μπορεί κάλλιστα να προσθέσει ένα “λιθαράκι” στη σημαντική αυτή στόχευση.

Στόχος όλων μας θα πρέπει να είναι μία νέα λειτουργική αντίληψη, η οποία εκπορευόμενη από την επιστήμη της μουσειολογίας θα μελετά και θα προτείνει τρόπους, ώστε να προσαρμοστούν τα εκκλησιαστικά μουσεία στο ρόλο που οι σύγχρονες κοινωνίες απαιτούν.

Θα πρέπει όμως να ξεπεραστούν οι γραφειοκρατικές συμπληγάδες και να παρακάμψουμε δυσκίνητους οργανισμούς. Στόχος είναι να υποβάλλουμε στους επισκέπτες συνειρμούς ιδεών και συναισθήματα που θα κεντρίσουν τη μνήμη, τη φαντασία και τη γνώση και θα τους οδηγήσουν στη σύλληψη μιας ιστορικής πραγματικότητας. Και φυσικά να κάνουμε την περιοχή μας, έναν δωδεκάμηνο τουριστικό προορισμό επενδύοντας σε νέες πολιτικές, ανατρέποντας με αυτό τον τρόπο το φαινόμενο της εποχικότητας που διέπει τον τουρισμό της χώρας μας.

Κατανοούμε απολύτως ποιες είναι οι δυνατότητες της πόλης μας, κατανοούμε απολύτως ότι ο τουρισμός είναι ένα από τα κεντρικότερα πεδία ανάπτυξης οικονομίας για τον τόπο μας και ένα πεδίο στο οποίο έχουμε ακόμα άπειρες δυνατότητες για ν’ αναπτύξουμε. Και οι φορείς της περιοχής μας είναι αποφασισμένοι για αυτό. Άλλωστε, η ανάδειξη της μοναδικότητας και η διεύρυνση του τοπικού τουριστικού μας προϊόντος θα αποτελεί για όλους μας μια καινούρια πολιτιστική έκφανση. Νομίζω ότι αυτό θα είναι ό,τι πιο σημαντικό απαιτείται για να μπορέσει πραγματικά ο τουρισμός να έχει την ανάπτυξη και να δώσει ανταποδοτικά στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, αυτά που πραγματικά της αξίζουν.

Κυρίες και κύριοι, τα δεδομένα είναι πλέον ξεκάθαρα και ο ορίζοντας δράσης μπροστά μας σαφής. Γνωρίζουμε καλά όλοι τόσο τις δυσκολίες όσο και τις δυνατότητες μας. Για πολλά χρόνια αναλωθήκαμε σε εκτεταμένες διαγνωστικές προσεγγίσεις. Τώρα πλέον είναι η ώρα της δράσης. Αυτή είναι άλλωστε και η υποχρέωσή μας. Και αυτό θα πρέπει άμεσα να κάνουμε ενώνοντας τις δυνάμεις μας.